In order to view this object you need Flash Player 9+ support!

Get Adobe Flash player

Powered by RS Web Solutions

We have 21 guests and no members online

Λεξικό
Written by Super User    Wednesday, 20 June 2012 15:45

Aα

Αβγατάω,αβγαταίνω και αβγατίζω: αυξάνω,πληθαίνω,μεγαλώνω.

Αγκλίτσα,γκλίτα ή κλίτσα: σκαλσμένη ή απλά σκέτη κυρτή κεφαλή,που έχει τρύπα και μπαίνει σε ένα ίσιο ξύλο.

Αγκούσα,η: δυσφορία,δύσπνοια,ασφυξία από μεγάλη ζέστη,πολυφαγία,κούραση.

Ακούρμα: άκου Ακουρμάς: ακούω με προσοχή.

Αλαμπαρδόνα,η: γυναίκα ζωηρή.

Αλάνταβος,ο: αδέξιο,απρόσεχτος,άτσαλος.

Αλιμούρα,η: αρπαγή,λεηλασία,πλιάτσικο.

Αλισίβα,η:στάχτη διαλύμενη στο νερό που έπλεναν τα ασπρόρουχα

αλλά και τα μαλλιά του ανθρώπου.

Αλλαϊνός,ο: ο διπλανός.

Αλμπάνης,ο: πεταλωτής,καλιβωτής αλλά και αδέξιος,άπειρος.

Αλπέτζου,η: η αλεπού.Μτφ.η πονηρή και πανούργα γυναίκα.

Αλυχτάω:γαυγίζω.

Αμανάτ'(ι): ενέχυρο.

Αμούντ: άφαντος.

Ανάβρα,η: πηγή νερού.

Ανάκαρα,η: σωματική δύναμη,αντοχή,όρεξη,κουράγιο για κάτι.

Ανακόλλι,το: το έμπλαστρο.

Αναμεράω: στέκομαι κατά μέρος,μεργιάζω,κάνω στην άκρη για να περάσει κάποιος.

Αντράλα,η: ζαλάδα.

Απέκεια(επιρρ.): από το άλλο μέρος.

Απίδι,το: το αχλάδι.

Απόσκι,απόσκιο,το: μέρος που δεν το βλέπει ο ήλιος,που έχει σκιά.

Αφσκί,το: κοπριά.

 

Ββ

Βάβω,η: γιαγιά

Βάκρα,η: γίδα ή προβατίνα με μαύρα μπαλώματα στο πρόσωπο.

Βάτεμα,το: γονιμοποίηση ζώων,μαρκάλισμα.

Βελούχι: πηγή με άφθονο νερό.

Βούζας,ο: γενναίος,ρωμαλέος.

Βουκόλος,ο: βοσκός και φύλακας βοδιών,αλλά και γεδαλοβοσκός και γελαδάρης.

 

Γγ

Γαζέπι,το: δυνατή μπόρα,νεροποντή.

Γάστρα,η: μεταλλικό απλωτό σκέπασμα,με το οποίο,αφού θερμανθεί,σκεπάζεται το ταψί

με το ψωμί ή το φαγητό για να ψηθούν.

Γατσούμπρο,το: βατόμουρο.

Γιάγκλα,η: στροφή του δρόμου.

Γκόρτσο,το: ο καρπός της γκορτιάς,το αγριαχλάδι.

Γρέντζιλο,το: άγριο με μικρή ρόγα σταφύλι.

 

Δδ

Δαρτή,η: δυνατή βροχή.

Δικριάνι,το: ξύλινο ή σιδερένιο γεωργικό εργαλείο,χρήσιμο για το μάζεμα των χορταριών

και για το λίχνισμα(ανέμισμα) των σιτηρών στ'αλώνι.

Δούγα,η: βαρελοσανίδα.

Δραγάτης,ο: αγροφύλακας,αμπελοφύλακας.

Δράγκα,η: γουλία,σταγόνα,σταλιά νερού ή ποτού.

Δρούγα,η: η αδράχτι,η αρχαία άτρακτος.

Δρυμόνι,το: κόσκινο από λευκοσίδερο με μεγάλες τρύπες με το οποίο

δρυμόνιζαν(κοσκίνιζαν) το καλαμπόκι.

 

Εε

Είνορο,το: όνειρο.

Εκειό: εκείνο.

Εξαποδώς: σατανάς,διάβολος.

Έξοτα,τα: έξοδα,δαπάνες.

Έτος:νάτος.

 

Ζζ

Ζαγάρι,το: κυνηγητικό σκυλί,λαγωνικό.Μτφ: παλιόπαιδο.

Ζαντραβέλι,το: το γαϊδουράκι.

Ζέρδελο,το: βερύκοκο.

Ζούδι,το: ζωύφιο.

Ζουλάπι,το: άγριο σαρκοφάγο ζώο του δάσους.

 

Ηη

Ημερινά,τα: καλοπέραση.

Ήπατα,τα: σωματικές δυνάμεις.

Ήρα,η: αγριόχορτο που φυτρώνει στα χωράφια και εμποδίζει

την ανάπτυξη του σιταριού.

 

Θθ

Θαμπούλια,(επιρρ): χαράματα,πολύ πρωί.

Θαραπαή: ευχαρίστηση.

Θελός,ο: θολός.

Θέρμη,η: πυρετός που προέρχεται από ελονοσία.

Θυμητικό,το: μνημονικό,μνήμη.

 

Ιι

Ίγκλα,η: δερμάτινη λουρίδα,με την οποία δένεται και συγκρατείται το

σαμάρι πάνω στο ζώο.

Ισιάδα: ομαλός τόπος,ίσιωμα,ίσια  ευθεία.

Ίσκιωμα,το: φάντασμα.

 

Κκ

Κακαράντζα,η: κοπριά γιδοπρόβατων.

Κάμα,το: ζέστη.

Κανούτα,η: γίδα με σταχτογάλαζο χρώμα.

Καρδάρα,η: ξύλινο δοχείο,συνήθως στρογγυλό,μέσα στο οποίο

αρμέγουν το γάλα.

Καρκανιάζω: ξηροψήνομαι.

Κατσιό,το: ανάπαυση,καθισιό,τεμπελιά.

Κοκκαλίτσι,το: κουμπί του πουκαμίσου.

Κουραδέλια,τα: δύο πέτρες η μία πάνω στην άλλη.

Κουσεύω: τρέχω.

 

Λλ

Λάκκα,η: επίπεδος,ανοιχτός,υπαίθριος χώρος,μικρή κοιλάδα.

Λανάρι,το: χειροκίνητο εργαλείο με καντά μετάλλλινα βελόνια

για το ξάσιμο των μαλλιών των γιδοπροβάτων,πριν γίνουν

νήμα.Λέγεται και χτένι.

Λαρώνω: ησυχάζω,γλαρώνω,με παίρνει ο ύπνος.

Λέντζερο,το: ράκος,παλιό,άχρηστο αντικειμενο.

Λητάρι,το: κοντό,ψιλό σχοινί,τριχιά.

Λιάτα,η: ειδικό τσεκούρι,χρήσιμο για το πελέκημα των ξύλων,

η χατζάρα.

 

Μμ

Μανάρα,η: κατσίκα οικόσιτη που προορίζεται για σφαγή.

Μαρμάγκα,η: δηλητηδιώδης αράχνη.

Μας τα κ'λάς: μάσε τα κουλά σου(τα χέρια).

Μάσα και μάσια,η: σιδερένια ράβδος με την οποία αραιώνονται

τα κάρβουνα και μαζεύεται η στάχτη της φωτιάς.

Ματσαλάω: μασουλάω.

Μαυλάω: καλώ,παρασύρω με απομίμηση της φωνής τα πρόβατα.

Μολογάω: ομολογώ,δέχομαι,διηγούμαι.

Μούσκιο,το: μούλιασμα,μούσκεμα.

Μπαζίνα,η: είδος πρόχειρου φαγητού από καλαμποκίσιο αλεύρι

με νερό και με τσιγαρισμένο κρεμμύδι ή τυρί με λάδι.

Μπακράτσι,το: χάλκινο κωνικό δοχείο με χερούλι.

Μπορμπότσαλο και μπουρμπυτσέλι,το: ζωύφιο.

Μπουκουβάλα,η: σβώλος από ψίχουλα ψωμιού και τρίμματα τυριού

τυλιγμένα σε πανί και ζυμωμένα στο χέρι.

Μπουραζάνα,η: είδος παντελονιού από γιδίσιο μαλλί.

Μπουχαρί,το: καπνοδόχος.

Μπσαφίρ(η)ς,ο: μουσαφίρης,ο φιλοξενούμενος.

 

Νν

Νταβάς,ο: μικρό,στρογγυλό χάλκινο μαγειρικό σκεύος

με ψηλό κόθρο και δύο χερούλια.

Νταβίδι,το: ξυλουργικό εργαλείο που χρησιμεύει για τη σύσφιξη

αντικειμένων μετά τη συγκόλλησή τους με κόλλα.

Ντουλαμάς,ο: επενδυτής(πανωφόρι) μάλλινος.

Ντρουβάς,ο: μικρό φορητό,πλεχτό ή υφαντό μάλλινο σακούλι,που βάνουν

τρόφιμα και άλλα αντικείμενα και μεταφέρονται στον ώμο του ανθρώπου.

 

Ξξ

Ξαδειά,η: ευκαιρία.

Ξανέμισμα,το: λίχνισμα.

Ξεζάρκωτος,ο: ολόγυμνος.

Ξεκούτης,ο: ξεμωραμένος,αποβλακωμένος.

Ξώγκαρδα και ξέγκαρδα(επιρρ.): απρόθυμα,αδιάφορα. 

 

Οο

Οβριός,ο: εβραίος,Μτφ:άνθρωπος τσιγκούνης,φιλάργυρος.

Οκνός,ο: οκνηρός,αργός,τεμπέλης.

Όρνιο,το: άγριο αρπακτικό πτηνό.Μτφ:βλάκας,ανόητος άνθρωπος.

Όχτρα,η: έχθρα.

Όψιμος,ο: ο αργοπορημένος,ο καθυστερημένος.

 

Ππ

Παρακατούλια(επιρ.): λίγο πιο κάτω.

Πατατούκα,η: κοντό αντρικό πανωφόρι από χοντρό μάλλινο ύφασμα.

Πλακανίθρα,η: μεγάλη επίπεδη πέτρα.

Πλαστό,το: είδος πίτας από καλαμποκίσιο αλεύρι με λάχανα στη μέση,

λάδι και τυρί.

Πλιγούρι,το: φτωχικό φαγητό που παρασκευάζεται από βρασμένο σιτάρι.

Πρέντζα,η: μιτζύθρα.

Πυροστιά και σιδηροστιά,η: μικρός σιδερένιος τριγωνικός τρίποδας.

Πυρωμάδα,η: φέτα ψωμιού πυρωμένη και από τις δύο πλευρές

στα κάρβουνα της φωτιάς ή του τζακιού.

 

Ρρ

Ραχάτι,το: ανάπαυση,χουζούρι,τεμπελιά.

Ράχλα,η: μούχλα.

Ρέκλα,η: κούραση του σώματος πριν από πυρετό.

Ρογγατσίνι,το: θαμνώδες αγριόδεντρο.

Ρούγα,η: γειτονιά,δρόμος,πλατεία.

Ρουκέλα και ρικέλα,η: κουβαρίστρα.

 

Σσ

Σαλαγάω: χειρονομώ με φωνές και σφυρίγματα και οδηγό το κοπάδι

στη βοσκή και γενικά στην επιθυμητή κατεύθυνση.

Σαουριάζω: σιωπαίνω.

Σαπέρα(επιρρ.): προς τα πέρα.

Σγαρλέντζα,η: αταξία.

Σιγκούνα και σιγκούνι,το: είδος χοντρού μάλλινου πανωφοριού

της παραδοσιακής γυναικείας φορεσιάς.

Σκαφίδι,το: σκάφη.

Σκουταρέλα,η: σαύρα.

Σουράω: σφυρίζω.

Σφελαγκουδιά,η: ο ιστός της αράχνης.

 

Ττ

Ταγαρι και τρουβάς,ο: μικρό φορητό,πλεχτό ή υφαντό μάλλινο σακούλι,που βάνουν

τρόφιμα και άλλα αντικείμενα και μεταφέρονται στον ώμο του ανθρώπου.

Τελεύω: τελειώνω,παιδεύω.

Τουλουπάνι,το: λεπτό βαμβακερό ύφασμα που χρησιμεύει για σουρωτήρι υγρών.

Τριψάνα,η: βρασμένο γάλα μέσα στο οποίο έτριβαν κομμάτια ψωμιού,μπομπότας

και κουλούρας.

Τσαλαφούτ(ι),το: πηχτή υπόξινη μάζα από πρόβιο γάλα βρασμένο και αλατισμένο.

Τσάμπουρα,τα: μικρά σταφύλια που απομένουν στα κλήματα μετά τον τρύγο.

Τσάντζαλα,τα: παλιόρουχα,κουρέλια.

Τσιγαρίδα και τσιγαρίθρα,η: απομεινάρια χοιρινού κρέατος που έλιωσαν

στον τέντζερη και μετά την αφαίρεση του λίπους.

Τσούπρα,η: κορίτσι,κοπέλα.

Τσουράπα,η:άσχημη, με κακούς τρόπους γυναίκα.

 

Φφ

Φάκλα,η: μεγάλη φωτιά,δυνατή ζέστη.

Φλιτράω: φτερουγίζω,πετάω ανάλαφρα από χάρα.

Φλιτσιούρ,το: πολύς κόσμος.

Φούλα,η: η αδερφή (χαϊδευτικά).

Φουρδάκλα,η: φουσκάλα.

Φουσκί,το: χονεμένη κοπρία από χοντρά ζώα που χρησιμεύει για λίπασμα.

Φουσκόγαλο,το: λευκό έκκριμα της συκιάς,"το γάλα της συκιάς".

Φρόκαλο και φροκαλίδι,το: το σκουπίδι.

Φτηνοπέτσικο,το: φτηνόφλουδο.

Φώλι,το: αβγό ή ομείωμα αβγού που τοποθετείται στη φωλιά της κότας για να την

προσελκύσει να γεννήσει.

 

Χχ

Χαΐρι,το: προκοπή.

Χαλασιά,η: χαλασμός,καταστροφή και κοσμοχαλασιά.

Χαρδαλούπας,ο: εκείνος που άπληστα καταβροχθίζει τα πάντα.

Χερόβολο,το: ποσότητα σταχυών που μπορεί να κρατήσει με το ένα χέρι αυτός

που θερίζει.

Χερσώνω: κάνω έναν τόπο χέρσο,παύω να τον καλλιεργώ.

Χειμωνικό,το: το καρπούζι.

Χ'λιάρα,η: ξύλινη κουτάλα για το ανακάτεμα και το σερβίρισμα του φαγητού.

Χωσιά,η: η ενέδρα.

 

Ψψ

Ψάνα,η: χλωρό μεστωμένο στάχυ.

Ψάχαλο,το: ψιχίο,τσάχαλο,άχυρο.

Ψες και εψές(επιρ.): χτες.

Ψίκι,το: γαμήλια πομπή.

Ψυχούδι,το: πρόσφορο που προσφέρουν στα μνημόσυνα για τη συγχώρηση

των ψυχών των νεκρών.

Ψωμοσάκουλο,το: σακούλι που έβαζαν το ψωμί για το χωράφι.

Untitled-1